αλκάλιο(ν)

αλκάλιο(ν)
το хим. щёлочь

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "αλκάλιο(ν)" в других словарях:

  • αλκάλιο — το σπανίως αντί τού άλκαλι* …   Dictionary of Greek

  • αλκάλιο — το (χημ.), το υδροξίδιο διάφορων μετάλλων και ιδιαίτερα του καλίου και του νατρίου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αλκοξείδια — τα Χημ. οργανικές ενώσεις που προκύπτουν με αντικατάσταση τού υδρογόνου τού υδροξυλίου τών αλκοολών από μέταλλο (κυρίως αλκάλιο). [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στα Ελληνικά ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. alkoxide(s) < alkoxy (< alkoxyl, πρβλ. αλκοξύλιο) +… …   Dictionary of Greek

  • καπρυλικό οξύ — Κορεσμένο μονοκαρβονικό οξύ, του τύπου CH3(CH2)6COOH, το οποίο έχει αντιμυκητιακές ιδιότητες. Είναι σε συνηθισμένη θερμοκρασία άχρωμο, ελαιώδες υγρό, με δυσάρεστη οσμή, έχει σημείο βρασμού 237°C, σημείο τήξης 16,5°C και είναι πολύ δυσδιάλυτο στο… …   Dictionary of Greek

  • αλκαλιούχος — α, ο αυτός που περιέχει αλκάλιο: Πολλά μέταλλα είναι αλκαλιούχα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»